Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΝΑΞΟ

Ήθη, Έθιμα και… παραδόσεις
Μέρες χαράς και αγάπης οι μέρες των Χριστουγέννων, αλλά και μέρες πολλών μα πολλών εργασιών… στη Νάξο τα παλαιότερα χρόνια η εορτή αυτή συνδεόταν με το τέλος των γεωργικών εργασιών, και φυσικά μέχρι και τα νεότερα χρόνια με τα χοιροσφάγια! Ήδη από την προπαραμονή των Χριστουγέννων το κλίμα σε κάθε χωριό της Νάξου ήταν εορταστικό. Οι νοικοκυρές άσπριζαν και καθάριζαν τα σπίτια, ενώ παράλληλα ετοιμάζονταν να δεχτούν τα μεσάνυχτα τη γέννηση του Χριστού.
karavaki
Παραδοσιακές λιχουδιές
Οι γυναίκες στο Αγερσανί ετοίμαζαν τα γλυκά των ημερών, όπως τους βαβούνους, τα μελομακάρονα δηλαδή, μαζί με τους κουραμπιέδες. Ένα από τα κυριότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα στο Γλινάδο, αλλά και σ’ άλλα χωριά της Νάξου, ήταν το ζύμωμα των χριστόψωμων. Στα παλιά χρόνια στο κέντρο του τραπεζιού ήταν τοποθετημένο το χριστόψωμο, η κοπή και η μοιρασιά του οποίου αποτελούσε μια τελετουργία. Ο αφέντης του σπιτιού το σήκωνε ψηλά, έκανε το σχήμα του σταυρού 3 φορές στον αέρα κι ευχόταν ευλογία στο σπίτι και στη σοδειά. Το έκοβε στα δύο κι αν το μεγαλύτερο κομμάτι έμενε στο δεξί χέρι, αυτό σήμαινε ότι η σοδειά κατά το νέο έτος θα ‘ταν μεγάλη, αν έμενε όμως στο αριστερό, θα ‘ταν μικρή. Ακολουθούσε έπειτα το μοίρασμά του με το γνωστό τυπικό.
Την παραμονή των Χριστουγέννων όλα τα μέλη της οικογένειας έπρεπε να μεταλάβουν, για να είναι ψυχικά έτοιμα για το χαρμόσυνο γεγονός. Τα μικρά παιδιά εφοδιάζονταν με το μικρό τους ψωμάκι, το «πουλάκι», ζυμωμένο με σταφίδες και καρύδια, για να το γευτούν μετά τη Θεία Κοινωνία. Το φαγητό που ετοίμαζαν οι Ναξιώτισσες νοικοκυρές για το γιορτινό τραπέζι ήταν βραστή κότα ή κόκορας όπου μετά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, αντί για πρωινό… προτιμούσαν λίγο ζουμί από το βραστό…. Ένα παραδοσιακό γαστρονομικό έθιμο της Νάξου είναι γεμιστό κατσίκι με διάφορα χορταρικά και ρύζι, το οποίο παρασκευάζεται και προσφέρεται τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Χοιροσφάγια
Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε οικογένεια του χωριού αναβίωνε το πατροπαράδοτο έθιμο της σφαγής του χοίρου. Οι χωριανοί συγκεντρώνονταν παρέες-παρέες σε ένα σπίτι από νωρίς το πρωί και άρχιζαν τις προετοιμασίες. Όταν η όλη διαδικασία τελείωνε, κρέμαγαν τους χοίρους στην αποθήκη του σπιτιού και τους άφηναν εκεί μέχρι την επομένη των Χριστουγέννων. Την επομένη των Χριστουγέννων, όλη η παρέα συγκεντρωνόταν πάλι στο ίδιο σπίτι και άρχιζαν τη διαδικασία του τεμαχισμού του χοιρινού. Στη συνέχεια άναβαν τις ψησταριές και ξεκινούσαν το φαγοπότι, το οποίο κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ… αφού ο εν λόγω μεζές «τραβάει» καλό κρασί και φυσικά γλέντι μέχρι πρωίας.
Στολισμός δέντρου, καραβιού ή Τίποτα;
Στις μέρες μας όλοι στολίζουμε δέντρο με πολύχρωμα στολίδια και –τώρα πια- φώτα λευκά… για να είμαστε και σικ… Πιο παλιά όμως στην Ελλάδα κανείς δεν στόλιζε δέντρο… κάποιοι στόλιζαν το παραδοσιακό Ελληνικό καραβάκι και κάποιοι πάλι… απλά… τίποτα…
Οι Νάξιοι ανήκουν σ’ αυτούς που δεν στόλιζαν τίποτα απολύτως… είχαν όμως άλλα έθιμα.. λίγο πιο παράξενα και σίγουρα πιο «ζεστά»…. Σύμφωνα με μαρτυρίες από το Γλινάδο, οι κάτοικοι υποδύονταν τους μάγους με τα δώρα και περιφέρονταν στα φιλικά σπίτια, παρακινώντας να πάνε όλοι μαζί να προσκυνήσουν τον Χριστό. Άλλοι πάλι «μουτζαλεύανε» το πρόσωπό τους, ντύνονταν με άσπρες κοφτές φούστες και άσπρες μπλούζες και υποδύονταν τις νύφες των Χριστουγέννων που διώχνουν τους καλλικάτζαρους. Οι Ναξιώτες πίστευαν ότι τη βραδιά των Χριστουγέννων κατέβαιναν οι καλλικάτζαροι από τους ανεφανούς των σπιτιών, από τις καμινάδες δηλαδή, γι’ αυτό και έριχναν χοντρούς κόκκους αλατιού στη φωτιά, ώστε με το θόρυβο να φοβούνται, ενώ φρόντιζαν να μένει πάντα ένα άσβεστο κούτσουρο, το λεγόμενο χριστοκούτσουρο, η φωτιά του οποίου απέτρεπε τους δαίμονες να μπαίνουν στα σπίτια. Υπάρχει ένα ακόμη Γλινιαδιώτικο έθιμο που σκοπό έχει την ενίσχυση των δεσμών του ζευγαριού: το «πάντρεμα» της φωτιάς. Τοποθετώντας σταυρωτά δυο ξύλα στη φωτιά, για να είναι το ανδρόγυνο ευτυχισμένο, ακριβώς όπως ζευγαρώνουν τα ξύλα.
Η παράδοση είναι πολύ πιο όμορφη από τα ψυχρά πλαστικά παιχνίδια που στολίζουμε με μανία, και που για να φτάσουν στα δικά μας «δυτικά χέρια», κάποια άλλα στην άλλη άκρη της Γης δούλεψαν σκληρά, με μισθούς πείνας, με ωράρια απάνθρωπα και με μικρά παιδιά ακόμα να εργάζονται…
Αγιασμός…
Κατά τα Θεοφάνεια, ο παπάς του χωριού, αφού έκανε τον αγιασμό στην εκκλησία, γύριζε όλο το χωριό αγιάζοντας τα πηγάδια, έτσι ώστε να μπορούν να πίνουν καθαρό νερό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τα μεσάνυχτα των Θεοφανείων, οι κοπέλες στο Γλινάδο παρατηρούσαν τον ουρανό και λέγοντας κάποια λόγια, μπορούσαν να καταλάβουν αν θα έπαιρναν τα παλικάρια που ήθελαν. Πίστευαν ότι οι ουρανοί εκείνη τη νύχτα ήταν ανοιχτοί και ο Θεός μπορούσε να τις ακούσει και να τους δώσει χάρη…
Κατερίνα Μπαλαγούρα
Πηγή: Περιοδικό my naxos                                                                                                                       ΠΗΓΗ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΝΑΞΟΥ

ΚΑΛΑΝΤΑ
Είναι Σάββατο πρωί, στο σταθμό του τραίνου στον Πειραιά. Κατέβηκα για να βγάλω το εισιτήριο μου… 7:30 π.μ. Πειραιάς – Νάξος… γράφει το μαγικό χαρτάκι. Η διάθεση παρά τις γκρίζες μέρες που βιώνουμε, είναι παραδόξως καλή!…  Κάνει κρύο αρκετό. Κόσμος πάει έρχεται βιαστικά, βαλίτσες παντού, ψώνια παντού και ξαφνικά ακούω ένα παιδάκι να ρωτάει τη μαμά του:
«-μαμά θυμάσαι τα κάλαντα που έλεγε ο παππούς όταν ήταν μικρός στο χωριό;
-Όχι», απαντάει μονολεκτικά η μαμά… και χάνονται στο πλήθος.
Γυρνώντας στο σπίτι, σκέφτηκα ότι αυτά τα Χριστούγεννα, μέσα από αυτές τις αράδες θέλω να γράψω τα κάλαντα του τόπου μου. Αυτά που κάποτε αντηχούσαν στα χωριά της Νάξου, παρέα με τσαμπούνες, ντουμπάκια, και λαούτα…

Αυτό το μικρό ζωηρό πλασματάκι στο τραίνο, με γέμισε με την επιθυμία να μάθω πια είναι τα Παραδοσιακά κάλαντα της Νάξου και να τα μοιραστώ μαζί σας. Δίχως άλλη σκέψη, πήγα στον παππού και αφέθηκα στη γέρικη πια φωνή του να μου σιγοτραγουδά:
Αρχιμενιά, κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός σας χρόνος,
Αη Βασίλης έρχεται κι α’ πόθε κατεβαίνει,
από τση μάνας τ’ έρχεται και στο σχολειό του πάει,
Τρεις Ιεράρχαι τ’ απαντούν μέσα στο σταυροδρόμι.
-Βασίλη α’ πόθεν έρχεσαι κι α’ πόθε κατεβαίνεις;
-Από τση μάνας μ’ έρχομαι και στο σχολειό μου πάω.
-Κάτσε να φας, κάτσε να πιης, κάτσε να τραγουδήσης.
-Μα ‘γώ γράμματα μάθαινα, τραγούδια δεν ηξεύρω.
-Σαν και ξέρεις γράμματα, πες μας την άλφα – βήτα.
Και το ραβδάκι ακουμπά, να πη την άλφα – βήτα
και το ραβδί ξερό ‘τανε, χλωρά βλαστάρια πέτα
κι απάνω στσι χλωρούς βλαστρούς περδίκια φωλεμένα,
όχι περδίκια μοναχά, μόνον και χελιδόνια
και κάτω στα ριζάρια του πηγάδια και λιβάδια,
που κατεβαίνουν τα πουλιά και πίνουν κι ανεβαίνουν
και βρέχουν τις φτερούγες των και περιχούν τον κόσμο
κι αλούζουν τον αφέντη μας, τον πολυχρονεμένο.
Τ’ αφέντη
Μα σένα, ‘φέντη, πρέπει σου δαμασκηνό τραπέζι,
όνταν αθή η δαμασκηνιά ν’ αθή και το τραπέζι.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου, να τρως κουλούρι’ αφράτα
και τον αθό της λεμονιάς να γεύεσαι σαλάτα.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου, το σίδερο κοντάρι,
πόχεις τα μπράτσα δυνατά κι είσαι και παλληκάρι.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου καριόλα να κοιμάσαι,
βελούδο να σκεπάζεσαι, να μην κρυολογάσαι.
Της κεράς
Έπόπαμε τ’ αφέντη μας, να πούμε της κεράς μας.
-Κερά μαρμαροτράχηλη, και γασταρολαιμούσα,
κερά, στη μέση τον σπιτιού, χρυσή λαμπάδα στέκει,
φέγγουν οι ναύτες και δειπνούν και τα καράβια ‘ράζουν,
φέγγουν και τα ναυτόπουλα και πάνε και υπνούνε.
Της Κόρης
Επόπαμε και τση κεράς ας πούμε και τση κόρης.
Κερά, τη θυγατέρα σου, κερά την ακριβή σου,
οχτώ μικροί την αγαπούν και δεκαχτώ μεγάλοι
κι ο πρώτος που την αγαπά, του πρέπει να την πάρη.
Απ’ το χεράκι την αρπά και σκάλες κατεβαίνει,
κάθε σκαλί τονε ρωτά, κάθε σκαλί τση λέγει,
-Κόρη να γίνης φρόνιμη, να γίνης διωματούσα.
-Σαν θες να γίνω φρόνιμη, να γίνω διωματούσα,
άμε κι αγόρασε σπαθί και σκιάδι τσιμουχένιο,
να μπης να βγης στον πόλεμο, να φαίνεσ’ ανδρειωμένος,
τότες θά γίνω φρόνιμη θά γίνω διωματούσα.
Του γιου
Επόπαμε τση κόρης μας, να πούμε και του γιου μας.
Εδώ ‘ναι ο γιος κι ο καλογιός κι ο καλαναθρεμμένος,
είναι στον κιούρη τ’ ακριβός στη μάνα χαϊδεμένος.
Και εις έτη πολλά.
ΑΠΕΡΑΘΟΥ ΚΑΛΑΝΤΑ
Αφήγηση παραδοσιακών Ναξιακών Καλάντων Μανώλης Ζώρος
Η συγκίνηση ήταν διάχυτη και νοσταλγική… τελειώνοντας μου είπε να ψάξω να βρω μικρά κοτσάκια «τέτοια.. από δαύτα πο’ λεγαν στ’ Απεράθου… ψάξε να τα βρεις παιδί μου»
Ακολουθώντας τα λόγια του παππού, βρήκα από το περιοδικό Ναξιακά τα παρακάτω:
«Στ’ Απεράθου της Νάξου, οι παραμονές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων δεν ξέφευγαν από ένα εθιμικό τυπικό -αμιγώς κοσμικό- που είχε ως στόχο την αλληλογνωριμία και τις στενές σχέσεις των μελών της απεραθίτικης κοινότητας αλλά και τη γενικότερη γνώση των κοινωνικών δεδομένων από τα μέλη της (Γιαννούλης 2009: 306): όλα τα απεραθιτόπουλα, παρέες παρέες, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, έβγαιναν στις γειτονιές του χωριού για να πουν τα κάλαντα. Μόλις έφταναν στο κατώφλι του κάθε σπιτιού ρωτούσαν τον νοικοκύρη ή την νοικοκυρά “Είναι με το θέλημα;”, ζητώντας τους, ουσιαστικά, την άδεια για να ξεκινήσουν. Αν οι νοικοκυραίοι απαντούσαν θετικά, τότε τα παιδιά άρχιζαν να τραγουδούν τα γνωστά και πανελληνίως καθιερωμένα κάλαντα (“Χριστός γεννάται σήμερον…”, “Άης Βασίλης έρχεται…”, “Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά…”), τα οποία όμως γρήγορα προσπερνούσαν, για να αρχίσουν να τραγουδούν, πάνω στον σκοπό των καλάντων, αυτοσχέδια δίστιχα, κυρίως παινέματα, που είχαν ταιριάξει μερικές μέρες νωρίτερα οι μητέρες των παιδιών, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τα σπίτια που θα επισκέπτονταν (Οικονομίδης 1991: 49· Ζευγώλης 2006: 58· Γιαννούλης 2009: 305-6). Εκτός από τα παιδιά, μετά το δείπνο, έβγαιναν και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, επίσης παρέες παρέες, με βιολιά και έλεγαν τα κάλαντα μέχρι το πρωί. Σε κάθε παρέα έπρεπε να υπάρχει ένα καλός στιχοπλόκος, ο οποίος θα αυτοσχεδίαζε τα δίστιχα που θα τραγουδιόνταν σε κάθε σπίτι. Συνήθως, όμως, ξεκινούσαν με το εξής δίστιχο (Ζευγώλης 2006: 58):».
κάλαντα Νάξος
- Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Άης Βασίλης έρχεται νά ‘μπει στ’ αρχοντικό σας.
Χριστούεννα, πρωτόεννα, πρώτη ’ιορτή του χρόνου,
οπο’ ‘εννήθην ο Χριστός κι ήμαθε κι επορπάθειε,
κι ήβγηκε και χαιρέτηξεν όλοι τσοι ζευγολάτες:
– Καλώς τα κάνετε, ’ιωργοί, καλώς τα πολεμάτε.
Τα δέκα σας ναν’ εκατό, και τα ’κατό σας χίλια,
Και τ’ αποκοσκινίδια σας αμέτρητο λοάρι.
[Κάλαντα των Χριστουγέννων, όπως τα υπαγόρευσε στον Νίκο Σφυρόερα η Παρασκευή Γ. Ζαφείρη (Καναβιτσού), 85 χρονών, τον χειμώνα του 1937 στ' Απεράθου. Φαίνεται πως αποτελούν την παλαιά μορφή που είχαν τα κάλαντα, όπου επικρατούσε ο ανομοιοκατάληκτος δεκαπεντασύλλαβος στίχος.]
Συνεχίζοντας την έρευνα ανακάλυψα… ότι «Οι νοικοκύρηδες του σπιτιού, ακόμα κι αν κοιμόντουσαν, σηκώνονταν και συνήθως φίλευαν τους καλαντιστές ξερά σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κυδώνια κ.λπ. (Γιαννούλης 2009: 305), ωστόσο στα νεότερα χρόνια αυτό το κέρασμα αντικαταστάθηκε από τα χρήματα, τα οποία αδημονούσαν να πιάσουν στα χέρια τους τα παιδιά και οι μεγάλοι και το εξέφραζαν, χωρίς ντροπή, και με έμμετρο τρόπο:» [Ναξιακά]
Σήκως απάνω κι άνοιξε λαλά μας Κατερίνα,
άνοιξε το μπουκάκι σου, δώσ’ μας την καλιστρίνα.
- Ακόμα δεν την ηύρηκες το μάνταλο ν’ ανοίξεις,
να μας εδώσεις τα λεφτά κι απέκιο να σφαλήξεις;
Η παρέα των καλαντιστών, φεύγοντας, συνέχιζε τα αυτοσχέδια δίστιχα, με τα οποία καληνυχτούσε τους νοικοκύρηδες:
- Καληνυχτώ τα μέγαρα, καληνυχτώ τα πάντα
καλήωρος ο Μήτσος σου κι ώσπου να ‘ρθεί κα’ιάντα.
Αν τυχόν κάποιος δεν τους άνοιγε, οι καλαντιστάδες έλεγαν πειραχτικά τραγούδια (Ζευγώλης 2006: 59):
- Να σου ξυδιάσει το κρασί και να ‘ενεί τραπέτι,
και να το χύσεις να διαβεί κάτω στου Πολυκρέτη.
[Πειραχτικό δίστιχο που ειπώθηκε σε Απεραθίτη που είχε πολλά πιθάρια με κρασί, αλλά προφανώς αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του στους καλαντιστάδες...]
Πέρα όμως από τα κάλαντα που τραγουδούσαν τις παραμονές των γιορτών, οι Απεραθίτες συνήθισαν να γράφουν κάλαντα σε κάρτες και φωτογραφίες, τις οποίες έστελναν στους οικείους τους που βρίσκονταν στην ξενιτιά.
Κατερίνα Μπαλαγούρα
Πηγή: Περιοδικό my naxos                                                                                                                        ΠΗΓΗ